Η παγκόσμια ομολογιακή αγορά βρίσκεται σε αναταραχή, εκτοξεύοντας το κόστος δανεισμού για κυβερνήσεις, επιχειρήσεις και νοικοκυριά
Ο κόσμος φαίνεται να εισέρχεται σε μια νέα εποχή υψηλότερων επιτοκίων, καθώς η παγκόσμια αναταραχή στην αγορά ομολόγων ανεβάζει το κόστος δανεισμού σε ολόκληρη την οικονομία και αναγκάζει κυβερνήσεις, επιχειρήσεις και καταναλωτές να αντιμετωπίσουν ένα δυσάρεστο ενδεχόμενο: το ακριβό χρήμα μπορεί να ήρθε για να μείνει.
Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων διεθνώς έχουν σκαρφαλώσει σε υψηλά πολλών ετών.
Η απόδοση του 10ετούς γερμανικού ομολόγου έχει φτάσει στο υψηλότερο επίπεδο από το 2011, η αντίστοιχη ιαπωνική παραμένει πάνω από το 3%, το 10ετές αμερικανικό Treasury άγγιξε το υψηλότερο επίπεδο από τον Νοέμβριο του 2023, ενώ οι αποδόσεις των βρετανικών gilts έχουν βρεθεί τις τελευταίες ημέρες σε υψηλό μετά το 2008.
Η τελευταία φάση του sell-off στην αγορά ομολόγων αποτελεί αποτέλεσμα ενός εκρηκτικού συνδυασμού: υψηλές κρατικές εκδόσεις χρέους, σοκ στις τιμές του πετρελαίου που αναζωπυρώνει τον πληθωρισμό και προσδοκίες ότι οι κεντρικές τράπεζες θα διατηρήσουν για περισσότερο διάστημα αυστηρή νομισματική πολιτική.
Και αυτή τη φορά, η αναταραχή δεν μοιάζει απλώς με ακόμη ένα επεισόδιο μεταβλητότητας στις αγορές ομολόγων. Οι επιπτώσεις μπορεί να διαχυθούν σε ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία και τις χρηματοπιστωτικές αγορές.
«Πρόκειται για τη συνέχιση μιας μεσοπρόθεσμης τάσης που θα συνεχιστεί για πολλά χρόνια», δήλωσε ο Robin Brooks, senior fellow στο Brookings Institution.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η Natalia Lojevsky, managing director στην CIFC Asset Management, η οποία βλέπει περιθώριο για περαιτέρω άνοδο των αποδόσεων, καθώς οι μαζικές εκδόσεις χρέους συναντούν εκ νέου αυξημένους πληθωριστικούς κινδύνους.
Κυβερνήσεις: Ο λογαριασμός τόκων εκτοξεύεται
Οι κυβερνήσεις είναι από τους μεγαλύτερους «χαμένους» της ανόδου των αποδόσεων, σύμφωνα με αναλυτές που μίλησαν στο CNBC.
Τα επίπεδα του κρατικού χρέους είναι ήδη ιδιαίτερα υψηλά σε μεγάλο μέρος του κόσμου και η αναχρηματοδότηση του χρέους που λήγει με υψηλότερα επιτόκια θα αυξάνει σταδιακά το κόστος εξυπηρέτησης, επιβαρύνοντας τα δημόσια οικονομικά.
«Οι πιο ευάλωτες χώρες είναι εκείνες που συνδυάζουν μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα, υψηλό χρέος και εξάρτηση από εξωτερικά κεφάλαια. Η Γαλλία ξεχωρίζει μεταξύ των ανεπτυγμένων αγορών», δήλωσε ο Masahiko Loo, senior fixed income strategist στη State Street Investment Management.
Όπως εξήγησε, η Γαλλία αντιμετωπίζει δημοσιονομική επιδείνωση, περιορισμένη πολιτική διάθεση για δημοσιονομική εξυγίανση και εκλογική αβεβαιότητα.
Οι διπλοί ελλειμματικοί «πληρώνουν» περισσότερο
Στις αναδυόμενες αγορές, ιδιαίτερα εκτεθειμένες είναι οι χώρες που αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα δημοσιονομικά και εξωτερικά ελλείμματα, καθώς η άνοδος των παγκόσμιων αποδόσεων αυξάνει τόσο το κόστος δανεισμού όσο και τους κινδύνους χρηματοδότησης.
«Όταν το χρέος, τα ελλείμματα και οι ανάγκες εξωτερικής χρηματοδότησης συγκρούονται, οι αγορές τείνουν να γίνονται πολύ λιγότερο ανεκτικές», προειδοποίησε ο Loo.
Οι κυβερνήσεις μπορούν να επιχειρήσουν να περιορίσουν τις αποδόσεις μέσω επαναγορών ομολόγων ή αλλαγών στην ποσότητα και τη διάρκεια των νέων εκδόσεων. Ωστόσο, τέτοιες κινήσεις δεν αντιμετωπίζουν το βασικό πρόβλημα: την ανισορροπία μεταξύ των τεράστιων αναγκών δανεισμού και της ζήτησης των επενδυτών.
Η Deutsche Bank, σε πρόσφατη ανάλυσή της, προειδοποίησε ότι όσο υψηλότερα κινούνται οι αποδόσεις, τόσο πιο δυσάρεστη γίνεται η μακροπρόθεσμη δημοσιονομική προοπτική για πολλές χώρες.
Ιαπωνία: Το χρέος πάνω από 200% του ΑΕΠ
Η Ιαπωνία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της πίεσης που δημιουργεί η άνοδος των επιτοκίων.
Το κρατικό χρέος της χώρας υπερβαίνει το 200% του ΑΕΠ, γεγονός που καθιστά τα δημόσια οικονομικά ιδιαίτερα ευαίσθητα σε μια άνοδο του κόστους δανεισμού.
Για το δημοσιονομικό έτος 2026, εκτιμάται ότι η εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους θα απορροφήσει πάνω από το 25% των κρατικών δαπανών.
Με άλλα λόγια, κάθε επιπλέον άνοδος των αποδόσεων μεταφράζεται σε ακόμη μεγαλύτερη επιβάρυνση για τον κρατικό προϋπολογισμό.
Επιχειρήσεις: Ακριβότερο χρήμα, μικρότερες επενδύσεις
Οι επιχειρήσεις θα βρεθούν επίσης αντιμέτωπες με αυξημένο κόστος, καθώς θα πρέπει να αναχρηματοδοτήσουν υφιστάμενο χρέος ή να αντλήσουν νέα κεφάλαια για επενδύσεις και επέκταση.
Ιδιαίτερα ευάλωτες είναι οι εταιρείες με υψηλό δανεισμό, αδύναμους ισολογισμούς ή χρέος κυμαινόμενου επιτοκίου.
Σύμφωνα με τον Thomas Browne, portfolio manager στην Keeley Teton Advisors, οι εταιρείες μικρής κεφαλαιοποίησης τείνουν να διαθέτουν μεγαλύτερο ποσοστό χρέους κυμαινόμενου επιτοκίου σε σχέση με τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις. Αυτό σημαίνει ότι οι δαπάνες για τόκους μπορούν να αυξηθούν πολύ γρήγορα όταν ανεβαίνουν τα επιτόκια.
«Τα σημεία πίεσης βρίσκονται στις πιο υπερχρεωμένες επιχειρήσεις που έχουν συνηθίσει στο δωρεάν χρήμα», δήλωσε ο Loo.
Μεταξύ των πλέον εκτεθειμένων κλάδων ανέφερε τα commercial real estate, τις εταιρείες που υποστηρίζονται από private equity, τα χαρτοφυλάκια direct lending και τις χαμηλότερης ποιότητας εταιρείες λογισμικού.
Πολλές από αυτές τις επιχειρήσεις χρηματοδοτήθηκαν με την παραδοχή ότι τα κεφάλαια θα παρέμεναν άφθονα και φθηνά. Η εποχή αυτή, όμως, φαίνεται να τελειώνει.
AI: Η νέα «μάχη» για το κεφάλαιο
Η εκρηκτική επενδυτική δραστηριότητα γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα πίεσης.
Οι τεχνολογικές εταιρείες εκδίδουν τεράστιες ποσότητες χρέους προκειμένου να χρηματοδοτήσουν data centers και τις σχετικές υποδομές, ανταγωνιζόμενες πλέον κυβερνήσεις και άλλες επιχειρήσεις για τα διαθέσιμα κεφάλαια των επενδυτών.
«Υπάρχει τεράστιος όγκος χρέους που εκδίδεται για τη χρηματοδότηση διαφορετικών projects AI και οι εκδότες αυτού του χρέους είναι αρκετά insensitive ως προς την τιμή», δήλωσε ο Larry Holzenthaler, senior portfolio manager στην Catalyst Funds.
Η άνοδος των benchmark αποδόσεων αυξάνει το κόστος χρηματοδότησης ακόμη και για υγιείς επιχειρήσεις, καθιστώντας δυνητικά λιγότερο βιώσιμες οικονομικά επενδύσεις όπως εργοστάσια, data centers, εξαγορές και άλλα μεγάλα projects.
Καταναλωτές: Η «K-shaped» κρίση χτυπά τα χαμηλά εισοδήματα
Η άνοδος των μακροπρόθεσμων αποδόσεων μεταφέρεται στα στεγαστικά δάνεια, στα δάνεια αυτοκινήτου και σε άλλες μορφές καταναλωτικής πίστης.
Όμως το κόστος δεν θα κατανεμηθεί ισόποσα.
«Το μακρύ άκρο της καμπύλης είναι πραγματικά σημαντικό, γιατί καθορίζει το κόστος του κεφαλαίου, όχι μόνο για τις επιχειρήσεις αλλά και για τους ανθρώπους με στεγαστικά δάνεια και για την αγορά κατοικίας», σημείωσε ο Holzenthaler.
Οι καταναλωτές χαμηλότερου εισοδήματος αναμένεται να αισθανθούν πρώτοι την πίεση, καθώς μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματός τους κατευθύνεται στην εξυπηρέτηση χρέους και στην αγορά βασικών αγαθών.
Αντίθετα, τα πιο εύπορα νοικοκυριά μπορούν να επωφεληθούν από τις υψηλότερες αποδόσεις στις αποταμιεύσεις και διαθέτουν μεγαλύτερη δυνατότητα να απορροφήσουν υψηλότερες μηνιαίες δόσεις.
Οι φτωχότεροι θα πληρώσουν τον μεγαλύτερο λογαριασμό
«Βλέπουμε αυτή τη δυναμική σε σχήμα Κ στους καταναλωτές. Εκείνοι που θα το αισθανθούν περισσότερο είναι όσοι βλέπουν μεγαλύτερο ποσοστό του μισθού τους να πηγαίνει σε δόση αυτοκινήτου, στεγαστικό ή φοιτητικό δάνειο. Τα χαμηλότερα εισοδήματα θα το νιώσουν πολύ περισσότερο από έναν πλούσιο άνθρωπο», τόνισε ο Holzenthaler.
Οι επιπτώσεις ενδέχεται να εμφανιστούν σταδιακά, καθώς λήγουν τα δάνεια σταθερού επιτοκίου και τα νοικοκυριά αναγκάζονται να αναχρηματοδοτήσουν τον δανεισμό τους με ακριβότερους όρους.
Ωστόσο, εάν η πίεση στα χαμηλότερα εισοδήματα οδηγήσει σε υποχώρηση της κατανάλωσης, το πρόβλημα μπορεί να μεταδοθεί σε ολόκληρη την οικονομία.
Μετοχές: Τα υψηλά yields επιστρέφουν ως εφιάλτης
Οι χρηματιστηριακές αγορές έχουν μέχρι στιγμής επιδείξει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα, στηριζόμενες στα ισχυρά εταιρικά κέρδη και στην αισιοδοξία για τα οφέλη παραγωγικότητας που μπορεί να φέρει η τεχνητή νοημοσύνη.
Όμως η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων δημιουργεί ολοένα μεγαλύτερο πρόβλημα για τις μετοχές.
Όσο αυξάνονται οι αποδόσεις των κρατικών τίτλων, το ασφαλές κρατικό χρέος γίνεται πιο ελκυστικό σε σχέση με τις μετοχές. Παράλληλα, τα υψηλότερα επιτόκια μειώνουν την παρούσα αξία των μελλοντικών κερδών που αποδίδουν οι επενδυτές στις εταιρείες.
«Κάποια στιγμή, οι υψηλότερες αποδόσεις γίνονται μια επώδυνη εμπειρία για τις μετοχές», δήλωσε η Lojevsky.
Όπως σημείωσε, η χρηματιστηριακή αγορά μέχρι σήμερα έχει επιδείξει εντυπωσιακή ικανότητα να «κοιτάζει πέρα από» την άνοδο των yields.
«Όμως κάποια στιγμή αυτό αρχίζει να επιστρέφει ως πρόβλημα και πιστεύω ότι αυτό ακριβώς συμβαίνει τώρα», πρόσθεσε.
Τα ομόλογα αποκτούν ξανά πλεονέκτημα
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον υπάρχει, ωστόσο, και ένας ξεκάθαρος κερδισμένος: οι νέοι αγοραστές ομολόγων.
Οι υψηλότερες πληρωμές κουπονιών προσφέρουν πλέον ένα σημαντικό «μαξιλάρι» απέναντι σε περαιτέρω πτώση των τιμών των ομολόγων, σε αντίθεση με το περιβάλλον εξαιρετικά χαμηλών αποδόσεων που χαρακτήριζε τις αρχές της δεκαετίας.
Η Deutsche Bank εκτιμά ότι η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού Treasury θα μπορούσε να αυξηθεί περίπου στο 5,5% μέσα στον επόμενο χρόνο, προτού οι κεφαλαιακές απώλειες από την πτώση των τιμών των ομολόγων ξεπεράσουν τα έσοδα από τα κουπόνια.
Σε ορίζοντα δύο ετών, οι αποδόσεις θα πρέπει να ανέβουν περίπου στο 6,4% ώστε οι συνολικές αποδόσεις για τους επενδυτές να περάσουν σε αρνητικό έδαφος.
Ο υπολογισμός αφορά τις ονομαστικές συνολικές αποδόσεις, δηλαδή συνδυάζει τα έσοδα από τα κουπόνια με τις μεταβολές στην αγοραία τιμή του ομολόγου.
Η νέα εποχή του ακριβού χρήματος
Το μήνυμα των αγορών είναι πλέον σαφές: η εποχή του φθηνού και άφθονου χρήματος μπορεί να αποτελεί παρελθόν.
Κυβερνήσεις με τεράστιο χρέος θα δουν τους τόκους να αυξάνονται, υπερχρεωμένες επιχειρήσεις θα δυσκολευτούν να χρηματοδοτήσουν την ανάπτυξή τους, τα νοικοκυριά χαμηλότερου εισοδήματος θα πιεστούν περισσότερο και οι μετοχές θα βρεθούν αντιμέτωπες με έναν ολοένα πιο ανταγωνιστικό αντίπαλο: τα υψηλότερα yields των ομολόγων.
Την ίδια ώρα, όμως, οι επενδυτές που τοποθετούνται σήμερα σε ομόλογα απολαμβάνουν κάτι που έλειπε τα προηγούμενα χρόνια: υψηλότερο εισόδημα από κουπόνια και μεγαλύτερη προστασία απέναντι σε μελλοντικές διακυμάνσεις των τιμών.
Η μεγάλη μάχη των αγορών πλέον δεν είναι μόνο μεταξύ μετοχών και ομολόγων. Είναι η μάχη μεταξύ του τεράστιου παγκόσμιου χρέους και της ικανότητας των οικονομιών να το εξυπηρετήσουν σε ένα περιβάλλον όπου το χρήμα δεν είναι πλέον δωρεάν.
www.bankingnews.gr
Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων διεθνώς έχουν σκαρφαλώσει σε υψηλά πολλών ετών.
Η απόδοση του 10ετούς γερμανικού ομολόγου έχει φτάσει στο υψηλότερο επίπεδο από το 2011, η αντίστοιχη ιαπωνική παραμένει πάνω από το 3%, το 10ετές αμερικανικό Treasury άγγιξε το υψηλότερο επίπεδο από τον Νοέμβριο του 2023, ενώ οι αποδόσεις των βρετανικών gilts έχουν βρεθεί τις τελευταίες ημέρες σε υψηλό μετά το 2008.
Η τελευταία φάση του sell-off στην αγορά ομολόγων αποτελεί αποτέλεσμα ενός εκρηκτικού συνδυασμού: υψηλές κρατικές εκδόσεις χρέους, σοκ στις τιμές του πετρελαίου που αναζωπυρώνει τον πληθωρισμό και προσδοκίες ότι οι κεντρικές τράπεζες θα διατηρήσουν για περισσότερο διάστημα αυστηρή νομισματική πολιτική.
Και αυτή τη φορά, η αναταραχή δεν μοιάζει απλώς με ακόμη ένα επεισόδιο μεταβλητότητας στις αγορές ομολόγων. Οι επιπτώσεις μπορεί να διαχυθούν σε ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία και τις χρηματοπιστωτικές αγορές.
«Πρόκειται για τη συνέχιση μιας μεσοπρόθεσμης τάσης που θα συνεχιστεί για πολλά χρόνια», δήλωσε ο Robin Brooks, senior fellow στο Brookings Institution.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η Natalia Lojevsky, managing director στην CIFC Asset Management, η οποία βλέπει περιθώριο για περαιτέρω άνοδο των αποδόσεων, καθώς οι μαζικές εκδόσεις χρέους συναντούν εκ νέου αυξημένους πληθωριστικούς κινδύνους.
Κυβερνήσεις: Ο λογαριασμός τόκων εκτοξεύεται
Οι κυβερνήσεις είναι από τους μεγαλύτερους «χαμένους» της ανόδου των αποδόσεων, σύμφωνα με αναλυτές που μίλησαν στο CNBC.
Τα επίπεδα του κρατικού χρέους είναι ήδη ιδιαίτερα υψηλά σε μεγάλο μέρος του κόσμου και η αναχρηματοδότηση του χρέους που λήγει με υψηλότερα επιτόκια θα αυξάνει σταδιακά το κόστος εξυπηρέτησης, επιβαρύνοντας τα δημόσια οικονομικά.
«Οι πιο ευάλωτες χώρες είναι εκείνες που συνδυάζουν μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα, υψηλό χρέος και εξάρτηση από εξωτερικά κεφάλαια. Η Γαλλία ξεχωρίζει μεταξύ των ανεπτυγμένων αγορών», δήλωσε ο Masahiko Loo, senior fixed income strategist στη State Street Investment Management.
Όπως εξήγησε, η Γαλλία αντιμετωπίζει δημοσιονομική επιδείνωση, περιορισμένη πολιτική διάθεση για δημοσιονομική εξυγίανση και εκλογική αβεβαιότητα.
Οι διπλοί ελλειμματικοί «πληρώνουν» περισσότερο
Στις αναδυόμενες αγορές, ιδιαίτερα εκτεθειμένες είναι οι χώρες που αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα δημοσιονομικά και εξωτερικά ελλείμματα, καθώς η άνοδος των παγκόσμιων αποδόσεων αυξάνει τόσο το κόστος δανεισμού όσο και τους κινδύνους χρηματοδότησης.
«Όταν το χρέος, τα ελλείμματα και οι ανάγκες εξωτερικής χρηματοδότησης συγκρούονται, οι αγορές τείνουν να γίνονται πολύ λιγότερο ανεκτικές», προειδοποίησε ο Loo.
Οι κυβερνήσεις μπορούν να επιχειρήσουν να περιορίσουν τις αποδόσεις μέσω επαναγορών ομολόγων ή αλλαγών στην ποσότητα και τη διάρκεια των νέων εκδόσεων. Ωστόσο, τέτοιες κινήσεις δεν αντιμετωπίζουν το βασικό πρόβλημα: την ανισορροπία μεταξύ των τεράστιων αναγκών δανεισμού και της ζήτησης των επενδυτών.
Η Deutsche Bank, σε πρόσφατη ανάλυσή της, προειδοποίησε ότι όσο υψηλότερα κινούνται οι αποδόσεις, τόσο πιο δυσάρεστη γίνεται η μακροπρόθεσμη δημοσιονομική προοπτική για πολλές χώρες.
Ιαπωνία: Το χρέος πάνω από 200% του ΑΕΠ
Η Ιαπωνία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της πίεσης που δημιουργεί η άνοδος των επιτοκίων.
Το κρατικό χρέος της χώρας υπερβαίνει το 200% του ΑΕΠ, γεγονός που καθιστά τα δημόσια οικονομικά ιδιαίτερα ευαίσθητα σε μια άνοδο του κόστους δανεισμού.
Για το δημοσιονομικό έτος 2026, εκτιμάται ότι η εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους θα απορροφήσει πάνω από το 25% των κρατικών δαπανών.
Με άλλα λόγια, κάθε επιπλέον άνοδος των αποδόσεων μεταφράζεται σε ακόμη μεγαλύτερη επιβάρυνση για τον κρατικό προϋπολογισμό.
Επιχειρήσεις: Ακριβότερο χρήμα, μικρότερες επενδύσεις
Οι επιχειρήσεις θα βρεθούν επίσης αντιμέτωπες με αυξημένο κόστος, καθώς θα πρέπει να αναχρηματοδοτήσουν υφιστάμενο χρέος ή να αντλήσουν νέα κεφάλαια για επενδύσεις και επέκταση.
Ιδιαίτερα ευάλωτες είναι οι εταιρείες με υψηλό δανεισμό, αδύναμους ισολογισμούς ή χρέος κυμαινόμενου επιτοκίου.
Σύμφωνα με τον Thomas Browne, portfolio manager στην Keeley Teton Advisors, οι εταιρείες μικρής κεφαλαιοποίησης τείνουν να διαθέτουν μεγαλύτερο ποσοστό χρέους κυμαινόμενου επιτοκίου σε σχέση με τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις. Αυτό σημαίνει ότι οι δαπάνες για τόκους μπορούν να αυξηθούν πολύ γρήγορα όταν ανεβαίνουν τα επιτόκια.
«Τα σημεία πίεσης βρίσκονται στις πιο υπερχρεωμένες επιχειρήσεις που έχουν συνηθίσει στο δωρεάν χρήμα», δήλωσε ο Loo.
Μεταξύ των πλέον εκτεθειμένων κλάδων ανέφερε τα commercial real estate, τις εταιρείες που υποστηρίζονται από private equity, τα χαρτοφυλάκια direct lending και τις χαμηλότερης ποιότητας εταιρείες λογισμικού.
Πολλές από αυτές τις επιχειρήσεις χρηματοδοτήθηκαν με την παραδοχή ότι τα κεφάλαια θα παρέμεναν άφθονα και φθηνά. Η εποχή αυτή, όμως, φαίνεται να τελειώνει.
AI: Η νέα «μάχη» για το κεφάλαιο
Η εκρηκτική επενδυτική δραστηριότητα γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα πίεσης.
Οι τεχνολογικές εταιρείες εκδίδουν τεράστιες ποσότητες χρέους προκειμένου να χρηματοδοτήσουν data centers και τις σχετικές υποδομές, ανταγωνιζόμενες πλέον κυβερνήσεις και άλλες επιχειρήσεις για τα διαθέσιμα κεφάλαια των επενδυτών.
«Υπάρχει τεράστιος όγκος χρέους που εκδίδεται για τη χρηματοδότηση διαφορετικών projects AI και οι εκδότες αυτού του χρέους είναι αρκετά insensitive ως προς την τιμή», δήλωσε ο Larry Holzenthaler, senior portfolio manager στην Catalyst Funds.
Η άνοδος των benchmark αποδόσεων αυξάνει το κόστος χρηματοδότησης ακόμη και για υγιείς επιχειρήσεις, καθιστώντας δυνητικά λιγότερο βιώσιμες οικονομικά επενδύσεις όπως εργοστάσια, data centers, εξαγορές και άλλα μεγάλα projects.
Καταναλωτές: Η «K-shaped» κρίση χτυπά τα χαμηλά εισοδήματα
Η άνοδος των μακροπρόθεσμων αποδόσεων μεταφέρεται στα στεγαστικά δάνεια, στα δάνεια αυτοκινήτου και σε άλλες μορφές καταναλωτικής πίστης.
Όμως το κόστος δεν θα κατανεμηθεί ισόποσα.
«Το μακρύ άκρο της καμπύλης είναι πραγματικά σημαντικό, γιατί καθορίζει το κόστος του κεφαλαίου, όχι μόνο για τις επιχειρήσεις αλλά και για τους ανθρώπους με στεγαστικά δάνεια και για την αγορά κατοικίας», σημείωσε ο Holzenthaler.
Οι καταναλωτές χαμηλότερου εισοδήματος αναμένεται να αισθανθούν πρώτοι την πίεση, καθώς μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματός τους κατευθύνεται στην εξυπηρέτηση χρέους και στην αγορά βασικών αγαθών.
Αντίθετα, τα πιο εύπορα νοικοκυριά μπορούν να επωφεληθούν από τις υψηλότερες αποδόσεις στις αποταμιεύσεις και διαθέτουν μεγαλύτερη δυνατότητα να απορροφήσουν υψηλότερες μηνιαίες δόσεις.
Οι φτωχότεροι θα πληρώσουν τον μεγαλύτερο λογαριασμό
«Βλέπουμε αυτή τη δυναμική σε σχήμα Κ στους καταναλωτές. Εκείνοι που θα το αισθανθούν περισσότερο είναι όσοι βλέπουν μεγαλύτερο ποσοστό του μισθού τους να πηγαίνει σε δόση αυτοκινήτου, στεγαστικό ή φοιτητικό δάνειο. Τα χαμηλότερα εισοδήματα θα το νιώσουν πολύ περισσότερο από έναν πλούσιο άνθρωπο», τόνισε ο Holzenthaler.
Οι επιπτώσεις ενδέχεται να εμφανιστούν σταδιακά, καθώς λήγουν τα δάνεια σταθερού επιτοκίου και τα νοικοκυριά αναγκάζονται να αναχρηματοδοτήσουν τον δανεισμό τους με ακριβότερους όρους.
Ωστόσο, εάν η πίεση στα χαμηλότερα εισοδήματα οδηγήσει σε υποχώρηση της κατανάλωσης, το πρόβλημα μπορεί να μεταδοθεί σε ολόκληρη την οικονομία.
Μετοχές: Τα υψηλά yields επιστρέφουν ως εφιάλτης
Οι χρηματιστηριακές αγορές έχουν μέχρι στιγμής επιδείξει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα, στηριζόμενες στα ισχυρά εταιρικά κέρδη και στην αισιοδοξία για τα οφέλη παραγωγικότητας που μπορεί να φέρει η τεχνητή νοημοσύνη.
Όμως η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων δημιουργεί ολοένα μεγαλύτερο πρόβλημα για τις μετοχές.
Όσο αυξάνονται οι αποδόσεις των κρατικών τίτλων, το ασφαλές κρατικό χρέος γίνεται πιο ελκυστικό σε σχέση με τις μετοχές. Παράλληλα, τα υψηλότερα επιτόκια μειώνουν την παρούσα αξία των μελλοντικών κερδών που αποδίδουν οι επενδυτές στις εταιρείες.
«Κάποια στιγμή, οι υψηλότερες αποδόσεις γίνονται μια επώδυνη εμπειρία για τις μετοχές», δήλωσε η Lojevsky.
Όπως σημείωσε, η χρηματιστηριακή αγορά μέχρι σήμερα έχει επιδείξει εντυπωσιακή ικανότητα να «κοιτάζει πέρα από» την άνοδο των yields.
«Όμως κάποια στιγμή αυτό αρχίζει να επιστρέφει ως πρόβλημα και πιστεύω ότι αυτό ακριβώς συμβαίνει τώρα», πρόσθεσε.
Τα ομόλογα αποκτούν ξανά πλεονέκτημα
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον υπάρχει, ωστόσο, και ένας ξεκάθαρος κερδισμένος: οι νέοι αγοραστές ομολόγων.
Οι υψηλότερες πληρωμές κουπονιών προσφέρουν πλέον ένα σημαντικό «μαξιλάρι» απέναντι σε περαιτέρω πτώση των τιμών των ομολόγων, σε αντίθεση με το περιβάλλον εξαιρετικά χαμηλών αποδόσεων που χαρακτήριζε τις αρχές της δεκαετίας.
Η Deutsche Bank εκτιμά ότι η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού Treasury θα μπορούσε να αυξηθεί περίπου στο 5,5% μέσα στον επόμενο χρόνο, προτού οι κεφαλαιακές απώλειες από την πτώση των τιμών των ομολόγων ξεπεράσουν τα έσοδα από τα κουπόνια.
Σε ορίζοντα δύο ετών, οι αποδόσεις θα πρέπει να ανέβουν περίπου στο 6,4% ώστε οι συνολικές αποδόσεις για τους επενδυτές να περάσουν σε αρνητικό έδαφος.
Ο υπολογισμός αφορά τις ονομαστικές συνολικές αποδόσεις, δηλαδή συνδυάζει τα έσοδα από τα κουπόνια με τις μεταβολές στην αγοραία τιμή του ομολόγου.
Η νέα εποχή του ακριβού χρήματος
Το μήνυμα των αγορών είναι πλέον σαφές: η εποχή του φθηνού και άφθονου χρήματος μπορεί να αποτελεί παρελθόν.
Κυβερνήσεις με τεράστιο χρέος θα δουν τους τόκους να αυξάνονται, υπερχρεωμένες επιχειρήσεις θα δυσκολευτούν να χρηματοδοτήσουν την ανάπτυξή τους, τα νοικοκυριά χαμηλότερου εισοδήματος θα πιεστούν περισσότερο και οι μετοχές θα βρεθούν αντιμέτωπες με έναν ολοένα πιο ανταγωνιστικό αντίπαλο: τα υψηλότερα yields των ομολόγων.
Την ίδια ώρα, όμως, οι επενδυτές που τοποθετούνται σήμερα σε ομόλογα απολαμβάνουν κάτι που έλειπε τα προηγούμενα χρόνια: υψηλότερο εισόδημα από κουπόνια και μεγαλύτερη προστασία απέναντι σε μελλοντικές διακυμάνσεις των τιμών.
Η μεγάλη μάχη των αγορών πλέον δεν είναι μόνο μεταξύ μετοχών και ομολόγων. Είναι η μάχη μεταξύ του τεράστιου παγκόσμιου χρέους και της ικανότητας των οικονομιών να το εξυπηρετήσουν σε ένα περιβάλλον όπου το χρήμα δεν είναι πλέον δωρεάν.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών